Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Συνθήκη Λωζάνης

Η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών συμπεριλαμβανομένης και της ΕΣΣΔ (που δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνθήκη). Η υπογραφείσα συνθήκη ήταν το αποτέλεσμα της σχετικής διάσκεψης που ξεκίνησε στις 7 Νοεμβρίου 1922[1] μεταξύ των προαναφερομένων μελών.

Ιστορικό

Κατάργησε την Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από την νέα κυβέρνηση της Τουρκίας που διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την εκδίωξη από την Μικρά Ασία του Ελληνικού στρατού από τον Τουρκικό υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ, εμφανίστηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών. Στις 20 Οκτωβρίου 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923 για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 μήνες διαβουλεύσεων.
Η Τουρκία ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, κάποια νησιά του Αιγαίου, συγκεκριμένα την Ίμβρο και την Τένεδο, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με την Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών η οποία όμως θα έμενε αποστρατικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης. Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.
Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.
Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες και η αποστρατικοποίηση κάποιων νησιών του Αιγαίου.
Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα 1.650.000 Τούρκοι υπήκοοι (άλλοι κάνουν λόγο για περίπου 2.000.000), χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος[2]. Η θρησκεία και όχι η εθνικότητα αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή [3]. Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ότι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν. Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος Τούρκος αρκετές φορές ως συνώνυμο με τον μουσουλμάνο επειδή στο σύστημα των Οθωμανικών μιλέτ (ήταν κύριο στοιχείο στην διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όλοι οι μουσουλμάνοι ανήκαν σε μια ενιαία κοινότητα.[4]
Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας[5]. Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων. Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου του 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης2[6].
Επιπλέον, βάσει του άρθρου 23, με όλα τα δεινά που η Συνθήκη αυτή συσσώρευσε στον Μικρασιατικό Ελληνισμό, η Τουρκία απεμπόλησε πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της Κύπρου.[7]

Παραπομπές




  • Φύλλο εφημερίδας 'Έθνος' της 8 Νοεμβρίου 1922, σελ. 4: "Η χθεσινή έναρξις της διασκέψεως της Λωζάννης"

  • Συνθήκη της Λωζάνης, τμήμα VI, άρθρο 1

  • «Turks». The Encyclopedia of Islam. 10. Brill, σσ. 699.

  • Renée Hirschon (editor) (2003). Studies in forced migration, Vol. 12 / Crossing the Aegean: an appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey. Berghahn Books, σελ. 98. ISBN 978-1-57181-562-0.

  • Βλάσης Αγτζίδης. «Οι εξισλαμισμένοι Έλληνες στη σημερινή Τουρκία». Hellenic Resources Network. Ανακτήθηκε στις 5 Μαΐου 2011.

  • Συνθήκη της Λωζάνης, τμήμα VI, άρθρο 2

  • Καρεκλάς, Ιάκωβος (2014). Διεθνές Δίκαιο: Με έμφαση στο Δίκαιο του Πολέμου. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 152. ISBN 978-960-562-266-4.

    Πηγές

    ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ( Διατάξεις αναφορικά με την Ελληνική Μειονότητα
    Κωνσταντινούπολης,
    Ίμβρου και Τενέδου VS Μουσουλμανικής
    Μειονότητας στη Δυτική
    Θράκη -Ελλάδα )

    -
    Πρόλογος- Πολιτικοί Όροι- Δημοσιονομικοί Όροι- Οικονομικοί Όροι- Συγκοινωνιακοί και Υγειονομικοί Όροι- Διάφορες διατάξεις- ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
    -
    Για το καθεστώς των Στενών των Δαρδανελίων- ΓΙα την μεθόριο της Θράκης- Για την εγκατάσταση και δικαστικης δικαιοδοσίας- Ανταλλαγή Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών- Εμπορικό τμήμα

    http://omogeneia-turkey.com/Lozani.html   

    Τι προβλέπει η συνθήκη της Λωζάνης που αμφισβητεί ο Ερντογάν

    Τι προβλέπει η συνθήκη της Λωζάνης που αμφισβητεί ο Ερντογάν
    Θέμα για τη Συνθήκη της Λωζάννης θέτει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος μιλώντας σε περιφερειακούς διοικητές της Τουρκίας άφησε να εννοηθεί ότι η χώρα του ζημιώθηκε από την συμφωνία του 1923 που θέτει τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας.
    Η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών συμπεριλαμβανομένης και της ΕΣΣΔ (που δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνθήκη).
    Κατάργησε την Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από την νέα κυβέρνηση της Τουρκίας που διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την εκδίωξη από την Μικρά Ασία του Ελληνικού στρατού από τον Τουρκικό υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, εμφανίστηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών. Στις 20 Οκτωβρίου 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923 για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 μήνες διαβουλεύσεων.
    Η Τουρκία ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, κάποια νησιά του Αιγαίου, συγκεκριμένα την Ίμβρο και την Τένεδο, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με την Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών η οποία όμως θα έμενε αποστρατικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης. Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.
    Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.
    Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες και η αποστρατικοποίηση κάποιων νησιών του Αιγαίου.
    Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα 1.650.000 Τούρκοι υπήκοοι (άλλοι κάνουν λόγο για περίπου 2.000.000), χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η θρησκεία και όχι η ράτσα αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή. Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ότι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν. Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος Τούρκος αρκετές φορές ως συνώνυμο με τον μουσουλμάνο επειδή στο σύστημα των Οθωμανικών μιλέτ (ήταν κύριο στοιχείο στην διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όλοι οι μουσουλμάνοι ανήκαν σε μια ενιαία κοινότητα.
    Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας. Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων. Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.
    Επιπλέον, βάσει του άρθρου 23, με όλα τα δεινά που η Συνθήκη αυτή συσσώρευσε στον Μικρασιατικό Ελληνισμό, η Τουρκία απεμπόλησε πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της Κύπρου.

    Η Συνθήκη της Λωζάννης και η βάναυση παραβίασή της από τη Τουρκία

    24.07.2014 | 13:20
    Σαν σήμερα το 1923 υπογράφτηκε η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης. Μια συνθήκη που μέχρι σήμερα καθορίζει την τύχη της χώρας και την οποία η Τουρκία θέλει επί της ουσίας να καταργήσει.
    Τι ακριβώς προέβλεπε αυτή η ιστορική Συνθήκη και πόσο βάναυσα την έχει παριάσει η Τουρκία;

    Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου Διεθνολόγος, MSc Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές (Πάντειο Πανεπιστήμιο) μας κατατοπίζει.

    Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου٭

    Οι διαπραγματεύσεις για την οριστική αποκατάσταση της ειρήνης στην Ανατολή ξεκίνησαν στις 20 Νοεμβρίου 1922. Τελικά, η Συνθήκη Ειρήνης (αποτελούμενη από 5 μέρη με 143 Άρθρα), καθώς και των συνοδευουσών Συμβάσεων – Συμφωνιών – Δηλώσεων και Πρωτοκόλλων (συνολικά 104 Άρθρα), υπογράφηκε στις 24/7/1923 στη Λωζάννη από τους πληρεξούσιους των κυβερνήσεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ελλάδας, της Ρουμανίας, του Σερβο-Κροατο-Σλοβενικού κράτους, των ΗΠΑ, της Τουρκίας, της Βουλγαρίας, της Ρωσίας, του Βελγίου και της Πορτογαλίας.
    Ειδικότερα, αντιπρόσωποι της Ελλάδας ήταν ο εξουσιοδοτηθείς από την επαναστατική κυβέρνηση Ελευθέριος Βενιζέλος (ζούσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι μετά τις εκλογές του 1920) και ο πληρεξούσιος Υπουργός στο Λονδίνο Δημήτριος Κακλαμάνος, ενώ την Τουρκία αντιπροσώπευαν οι Ismet Pacha (Υπουργός των Εξωτερικών), Δωρ Riza Nour Bey (Υπουργός της Υγιεινής και της Κοινωνικής Περίθαλψης – Βουλευτής Σινώπης) και Hassan Bey (πρώην Υπουργός – Βουλευτής Τραπεζούντος).
    Τα κυριότερα θέματα που άπτονται των ελληνοτουρκικών ζητημάτων είναι ꞉
    1. Καθορισμός των συνόρων στον Έβρο καθώς και των θαλασσίων ορίων που περιλαμβάνουν νήσους και νησίδες που βρίσκονται σε μικρότερη απόσταση των 3 ν.μ από την ακτή (Άρθρο 2, εδάφιο 2, Άρθρα 5 και 6)
    2. Επικύρωση των Συνθηκών του Λονδίνου (17-30 Μαΐου 1913) και των Αθηνών (1-14 Νοεμβρίου 1913) σύμφωνα με τις οποίες αποφασίστηκε η κυριαρχία της Ελλάδας επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου (εκτός των Ίμβρου, Τενέδου και Λαγουσών νήσων –Μαυρυών- ) και ιδιαίτερα των Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας (Άρθρο 12)
    3. Καθορισμός των υποχρεώσεων της Ελληνικής κυβέρνησης για μη εγκατάσταση ναυτικής βάσης ή ανέγερσης οχυρωματικών έργων στα νησιά Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο και Ικαρία (Άρθρο 13)
    4. Παραμονή των νήσων Ίμβρου και Τενέδου στην Τουρκική κυριαρχία με την υποχρέωση παροχής εγγυήσεων στο μη μουσουλμανικό ιθαγενή πληθυσμό σχετικά με την τοπική διοίκηση και την προστασία των προσώπων και των περιουσιών. Οι κάτοικοι των νήσων αυτών δεν θα συμπεριληφθούν στις συμφωνίες ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών (Άρθρο 14)
    5. Εξαναγκασμός για παραίτηση της Τουρκίας υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου των νήσων Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης, Κω και των νησίδων που εξαρτώνται από αυτές, καθώς και του Καστελλόριζου (Άρθρο 15)
    6. Υποχρέωση απόκτησης της Βρετανικής ιθαγένειας από τους Τούρκους υπηκόους της Κύπρου. Σε περίπτωση επιλογής απ’ αυτούς άσκησης του δικαιώματος διατήρησης της Τουρκικής ιθαγένειας, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουν την Κύπρο εντός 12 μηνών (Άρθρο 21)
    7. Υποχρέωση της Τουρκίας για παροχή προστασίας της ζωής και της ελευθερίας των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων (όπως και για όλους τους Τούρκους κατοίκους), της ελευθερίας άσκησης των θρησκευτικών τους αναγκών, της χρήσης χωρίς περιορισμό της γλώσσας τους, καθώς και τους δικαιώματος σύστασης, διεύθυνσης και εποπτείας παντός είδους φιλανθρωπικών, θρησκευτικών και κοινωφελών ιδρυμάτων, σχολείων και λοιπών εκπαιδευτηρίων. Επίσης, η Τουρκική κυβέρνηση υποχρεούται να παρέχει κάθε προστασία στις εκκλησίες, τις συναγωγές, τα νεκροταφεία των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, καθώς και τη διευκόλυνση αυτών για ίδρυση νέων θρησκευτικών και φιλανθρωπικών καθιδρυμάτων.
    Τα αναγνωρισθέντα δικαιώματα για τις μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία ισχύουν και για τις μουσουλμανικές μειονότητες στην Ελλάδα (Άρθρα 37-45)
    1. Ρύθμιση θεμάτων περιουσιών, δικαιωμάτων και συμφερόντων των ευρισκομένων στην Τουρκία φυσικών προσώπων, εταιρειών, συνεταιρισμών και ιδρυμάτων, τα οποία αποδίδονται αμέσως στους δικαιούχους (Άρθρα 64-100)
    2. Ρύθμιση θεμάτων άμεσης επαναφοράς στην πατρίδα τους των αιχμαλώτων πολέμου και των πολιτικών κρατουμένων, σύμφωνα με την υπογραφείσα Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας (30 Ιανουαρίου 1923). Επίσης υποχρεώνονται τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη για την προφύλαξη και συντήρηση των νεκροταφείων – τάφων, κοιμητηρίων και αναμνηστικών μνημείων που βρίσκονται στα εδάφη τους (Άρθρα 119-143)
    3. Ουδετεροποίηση των ʺΣτενώνʺ και των γειτνιαζουσών ζωνών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η Σαμοθράκη, η Λήμνος, η Ίμβρος, η Τένεδος και οι Λαγούσες νήσοι (Μαυρυαί) (Άρθρο 4 της Σύμβασης για το καθεστώς των Στενών). Σε περίπτωση όμως που κινδυνεύσει η ελευθερία και η ασφάλεια των Στενών και των ουδετεροποιημένων ζωνών από πολεμικές πράξεις, τότε δίδεται το δικαίωμα λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων μέχρις ότου παρέλθει ο κίνδυνος, οπότε και επανέρχεται το αρχικό καθεστώς της ουδετεροποίησης (Άρθρο 18 της Σύμβασης για το καθεστώς των Στενών)
    4. Καθορισμός των Συνόρων Βουλγαρίας –Ελλάδας –Τουρκίας, καθώς και των ουδετεροποιημένων ζωνών εκατέρωθεν αυτών στη Θράκη (Άρθρα 1-5 της Σύμβασης περί της μεθορίου της Θράκης)
    5. Καθορισμός της υποχρεωτικής ανταλλαγής των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων στην Τουρκία και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων στην Ελλάδα. Στην ανταλλαγή αυτή δεν συμπεριλαμβάνονται οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης (ελληνοτουρκική Σύμβαση της 30/1/1923)

    Παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης από την Τουρκία

    Εξετάζοντας διαχρονικά την Τουρκική εξωτερική πολιτική, αυτή χαρακτηρίζεται από τον πολύ καλό σχεδιασμό, την υπομονή και επιμονή στην επίτευξη των στόχων που τίθενται για την ανάδειξη της χώρας ως περιφερειακής υπερδύναμης σε βάρος των γειτονικών της λαών. Οι πολιτικές που μετέρχεται είναι η εκμετάλλευση / αξιοποίηση της γεωστρατηγικής σημασίας της χώρας, η ναζιστική θεωρία του ζωτικού χώρου και το δίκαιο του ισχυρού και όχι η υπακοή στο διεθνές δίκαιο, στις διεθνείς αρχές, τους νόμους και τις συμβάσεις.

    Δεν είναι τυχαίο το ότι σχεδόν με όλους τους γείτονές της αντιμετωπίζει προβλήματα τα οποία προέρχονται από τη διατήρηση, από τον Τουρκικό λαό, των νομαδικών χαρακτηριστικών της στέπας, από όπου και κατάγονται και που εκδηλώνονται με την αρπαγή των ξένων αγαθών, την επέκταση σε βάρος των γειτόνων, καθώς και την καταστρατήγηση των Συνθηκών και ιδίως του πνεύματος αυτών.

    Επομένως, δεν είναι άστοχος ο χαρακτηρισμός της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ως ʺαναθεωρητικήςʺ, δεδομένου ότι, ανάλογα με το διεθνές περιβάλλον και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, επιχειρεί και επιτυγχάνει την αλλαγή του status quo (π.χ. το 1936 με τη Συνθήκη του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών, 1939 με την προσάρτηση της Αλεξανδρέττας, 1974 με την απόβαση και κατοχή της Βόρειας Κύπρου και την έναρξη αμφισβήτησης Ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, 1996 με τη δημιουργία γκρίζων ζωνών στο Ανατολικό Αιγαίο και πρόσφατα με τις προσπάθειες αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης).

    Αναφερόμενοι σ’ αυτήν καθ’ αυτήν τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία χαρακτηρίστηκε από πολλούς σαν η ʺ Συνθήκη της αμοιβαιότητας ʺ, λόγω του ότι υποχρέωνε και τις δύο χώρες (Ελλάδα – Τουρκία) να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο στις εγκατεστημένες στο έδαφός τους μειονότητες, διαπιστώνουμε σωρεία παραβιάσεων εκ μέρους της Τουρκίας. Θέτοντας σε κίνηση τον παρακρατικό της μηχανισμό και σπέρνοντας τον τρόμο και το φόβο, κατάφερε να επιτύχει το ξερίζωμα του Ελληνισμού από την επικράτεια της και όλα αυτά, δυστυχώς, με την απουσία οποιασδήποτε Ελληνικής αντίδρασης, αλλά και την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρονται οι εξής ενέργειες της Τουρκίας, οι οποίες παραβιάζουν σχεδόν όλα τα Άρθρα της Συνθήκης ꞉

    1. Κατάφερε να εκπατρίσει πολύ μεγαλύτερο αριθμό προσώπων, συμπεριλαμβάνοντας στους ανταλλάξιμους και ομογενείς Τούρκους πολίτες, οι οποίοι κατοικούσαν στο Νομό Κωνσταντινούπολης (αλλά εκτός των ορίων του Δήμου αυτής) (1923)

    2. Ξεκίνησε την προσπάθεια της σταδιακής υποβίβασης του Οικουμενικού χαρακτήρα του Πατριαρχείου με τη βεβαίωση της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης για τις προϋποθέσεις συμμετοχής των αρχιερέων για την Πατριαρχική εκλογή (έπρεπε να είναι Τούρκος υπήκοος και να έχει υπηρετήσει στην Τουρκία) (1923). Επιπρόσθετα, διετύπωσε τη θέση της ότι το Πατριαρχείο είναι ίδρυμα Τουρκικού δικαίου που υπάγεται στους Τουρκικούς και μόνο νόμους και όχι, όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος που δεν αμφιβάλλει για την ιδιότητά του, ως νομικού προσώπου διεθνούς δικαίου με παγκόσμιες δραστηριότητες (1923-1925)

    3. Απαγόρευσε τη λειτουργία του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (1925), της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής της Χάλκης (1926) και της σχολής ξένων γλωσσών Αποστολίδη (1926). Επιπρόσθετα, κατήργησε το καθεστώς αυτονομίας και αυτοδιοίκησης των νήσων Ίμβρου και Τενέδου, καθώς και την εκεί παρεχόμενη μειονοτική εκπαίδευση (1927)

    4. Απαγόρευσε, με νόμο, την εξάσκηση από αλλοδαπούς πλέον των 30 επαγγελμάτων (1932), επέβαλε στους κληρικούς να μην φορούν τα ράσα τους εκτός των εκκλησιών (1934), υποχρέωσε τη χρησιμοποίηση μόνο της Τουρκικής γλώσσας από τους ομογενείς (1935) και εξανάγκασε σε συνένωση τους Ελληνικούς αθλητικούς συλλόγους με νεοσυσταθέντες Τουρκικούς συλλόγους (1939)

    5. Επέβαλε στους μειονοτικούς, με νόμο, δυσβάστακτη και δυσανάλογη με τους υπόλοιπους εφάπαξ φορολογία της περιουσίας που είχε σαν αποτέλεσμα την οικονομική, αλλά και ψυχολογική τους καταρράκωση, λόγω των εξοντωτικών συνεπειών στην περίπτωση αδυναμίας ανταπόκρισης (1942)

    6. Αδράνησε (ακριβέστερα υπέθαλψε) στο ανθελληνικό πογκρόμ που ξέσπασε τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη (αλλά και στη Σμύρνη) και που είχε σαν αποτέλεσμα για τους ομογενείς δεκάδες νεκρούς και σοβαρά τραυματίες, εκατοντάδες βιασθείσες γυναίκες, χιλιάδες κατεστραμμένα κτίρια (καταστήματα, σπίτια, εργοστάσια, ξενοδοχεία, εστιατόρια και εκκλησίες), ενώ καταστράφηκαν και 8 νεκροταφεία, στα οποία σκυλεύτηκαν πτώματα και βιάστηκαν φρεσκοθαμμένα γυναικεία σώματα και συλήθηκαν βάρβαρα οι τάφοι των Πατριαρχών του μοναστηρίου του Βαλουκλή. Οι συνολικές οικονομικές ζημιές αποτιμώνται στα 150.000.000 δολάρια (1955)

    7. Απαγόρευσε την έκδοση της εφημερίδας ʺΕλεύθερη Φωνήʺ (1955), απέλασε Έλληνες υπηκόους (1956, ανήλθαν στους 15000 μέχρι το 1964), προέτρεψε τους Τούρκους να αποφεύγουν να κάνουν τις αγορές τους από Ελληνικά καταστήματα (1957-58) και ενέταξε τα μειονοτικά σχολεία στη δικαιοδοσία του οργανισμού ιδιωτικών σχολείων (1961)

    8. Έκλεισε όλα σχεδόν τα καταστήματα των Ελλήνων υπηκόων, απαγορεύοντάς τους την άσκηση οποιασδήποτε εργασίας (1963), απαγόρευσε την είσοδο των κληρικών στα ομογενειακά σχολεία, καθώς και την πρωινή σχολική προσευχή (1964), κατήγγειλε τη Συμφωνία της Άγκυρας της 30ης Οκτωβρίου 1930 και συνέχισε τις απελάσεις Ελλήνων υπηκόων για λόγους εθνικής ασφάλειας (1964). Ταυτόχρονα επέβαλε εφάπαξ δυσβάσταχτη φορολογική εισφορά μόνο στους Έλληνες υπηκόους, απαγόρευσε τη λειτουργία τριών Ελληνικών λυκείων, καθώς και τον εορτασμό των θρησκευτικών εορτών του Πάσχα, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στα μειονοτικά σχολεία. Έπαυσε τη λειτουργία του Πατριαρχικού τυπογραφείου, με συνέπεια την αναστολή της κυκλοφορίας των εκκλησιαστικών εκδόσεων ʺΑπόστολος Ανδρέαςʺ και ʺΟρθοδοξίαʺ, ενώ παράλληλα απαγόρευσε τόσο την κυκλοφορία του παιδικού περιοδικού ʺΗ Συντροφιά μουʺ στα μειονοτικά σχολεία, όσο και τη λειτουργία του Ελληνικού ορφανοτροφείου της Πριγκίπου (1964)

    9. Εγκατέστησε τάγματα του Τουρκικού στρατού στην Ίμβρο, απαλλοτρίωσε 8000 στρέμματα από 900 Ιμβρίους ομογενείς σε εξευτελιστική τιμή, απαγόρευσε τη διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας στην Ίμβρο και την Τένεδο καθώς και τη λειτουργία του μοναδικού μειονοτικού σχολείου της Τενέδου (1964)

    10. Απαγόρευσε το διορισμό στα μειονοτικά σχολεία ομογενών καθηγητών που αποφοίτησαν από Ελληνικά πανεπιστήμια, καθώς και την εισαγωγή Ελληνικών εφημερίδων στην Τουρκική επικράτεια (1965)

    11. Απαγόρευσε την είσοδο στα μειονοτικά σχολεία όσων παιδιών η ταυτότητα έγραφε ʺΧριστιάνʺ και όχι ʺρουμ Ορτοντόχʺ, υποχρεώνοντάς τα να μαθητεύσουν σε Τουρκικά δημοτικά σχολεία (1967)

    12. Κατήργησε το Θεολογικό τμήμα της Χάλκης (1971) και δήμευσε και τα τελευταία μειονοτικά κτήματα της Ίμβρου (1984), επιφέροντας το τελειωτικό χτύπημα της οικονομικής εξόντωσης των ομογενών της νήσου

    Όλα τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με πολλές άλλες παραβιάσεις που, λόγω χώρου, δεν καταγράφονται στο παρόν κείμενο, καταδεικνύουν το πώς οι γείτονές μας αντιλαμβάνονται το σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τις συμφωνίες/ συνθήκες, καθώς και των εν τοις πράγμασι ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας.
    Τέλος, επισημαίνεται ότι η τήρηση εκ μέρους μας κατευναστικής και συνεχόμενης υποχωρητικής πολιτικής, εκλαμβάνεται από την Τουρκία ως αδυναμία, η οποία και την ενθαρρύνει για περαιτέρω διεκδικήσεις.

    ٭ Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι Διεθνολόγος, MSc Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές (Πάντειο Πανεπιστήμιο)



    .

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    .

     .